Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Ελληνικό και Αγγλικό Πανεπιστήμιο: Διαφορές και Ομοιότητες



Η ευκαιρία που μου δόθηκε να αποτελέσω μέλος για ένα εξάμηνο ενός εκ των καλύτερων πανεπιστημίων στον κόσμο, του University College London (#7ο, QS World University Rankings) ήταν από αυτές που δεν μπορεί κανείς να αφήσει ανεκμετάλλευτες. Ειδικά όταν μια τέτοια εμπειρία συνδυάζεται με τον πρώτο “αποχωρισμό” από το οικογενειακό σπίτι (καθώς ως φοιτητής σπουδάζω στην πόλη μου και δεν χρειάστηκε να αλλάξω εστία), αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία και σημαδεύει ένα σημαντικό μέρος της ζωής μου. Σχετικά με την ζωή στο εξωτερικό και το πώς είναι να ζεί κανείς στο Λονδίνο, μπορείτε να ρίξετε μια ματιά σε αυτή την περιγραφή.


Στο άρθρο αυτό θα προσπαθήσω να περιγράψω το πώς έζησα την αλλαγή περιβάλλοντος από καθαρά ακαδημαϊκή σκοπιά, δηλαδή τις ομοιότητες και τις διαφορές που παρατήρησα μεταξύ των δύο πανεπιστημίων αλλά και την γενικότερη θεώρηση που υπάρχει ως προς την παιδεία στην Ελλάδα και στο Ηνωμένο Βασίλειο, ολοκληρώνοντας με κάποιες συνοπτικές προτάσεις για την μείωση των διαφορών. Σημειώνω ότι όπου αναφέρονται απόψεις για το ΟΠΑ (Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών) είναι βασισμένες σε αυτές που έχω σχηματίσει από τα τρία πρώτα έτη των σπουδών μου στο τμήμα Διοικητικής Επιστήμης και Τενχνολογίας) και όχι γενικά για το πανεπιστήμιο (που μάλλον επωφελείται από αυτό το γεγονός). Προσπαθώντας να δώσω ένα πρώτο γενικό στίγμα, είναι ξεκάθαρο ότι οι διαφορές είναι μεγάλες σε διάφορα επίπεδα όπως για παράδειγμα το μέγεθος, οι εγκαταστάσεις, η οργάνωση, η ροπή προς την έρευνα. Παρ’ όλα αυτά, σε αποκλειστικά μαθησιακό κομμάτι, θεωρώ ότι το επίπεδο των μαθημάτων που παρακολούθησα είναι παρόμοιο με αυτό που μας προσφέρει το τμήμα Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας.
Διαφορές
  1. Εγκαταστάσεις: Στον τομέα αυτό, δεν μπορούν να ειπωθούν και πολλά. Το UCL είναι ένα μεγάλο campus, μια πολιτεία που εκτείνεται σε ένα πλήθος οικοδομικών τετραγώνων στην περιοχή Euston του Λονδίνου. Μπορεί δηλαδή να χρειαστεί χρόνος περισσότερος του ενός τετάρτου για την μετάβαση από την μια αίθουσα στην άλλη μέσα στο ημερήσιο πρόγραμμα. Ουσιαστικά, στο κεντρικό κτίριο του πανεπιστημίου βρίσκεται μονάχα η κύρια βιβλιοθήκη και ορισμένοι χώροι που προσφέρονται για χαλάρωση και φαγητό και όχι αίθουσες διδασκαλίας. Σχεδόν κάθε τμήμα έχει το δικό του κτήριο που περιλαμβάνει την γραμματεία και όλες τις αίθουσες και τα αμφιθέατρα. Αν και είναι ήδη τεράστιες, οι υπάρχουσες εγκαταστάσεις δεν αρκούν για να καλύψουν όλες τις ανάγκες του πανεπιστημίου και των περίπου 30.000 φοιτητών του και γι’ αυτό το UCL βρίσκεται σε μία φάση επέκτασης, κόστους 1.25 δις στερλίνων.
  2. Συνθήκες σπουδών και μάθησης: Στην Μεγάλη Βρετανία, τα πανεπιστήμια προσπαθούν να “εμπνεύσουν” τον φοιτητή να διαβάσει και να εντρυφήσει στο αντικείμενό του. Στο UCL υπάρχουν βιβλιοθήκες που παραμένουν ανοιχτές όλο το 24ωρο (ειδικά κατά τη διάρκεια της εξεταστικής περιόδου σχεδόν όλες λειτουργούν 24/7) που καλύπτουν όλες τις προϋποθέσεις για αποδοτική εργασία: ησυχία, μεγάλη ποικιλία βιβλιογραφίας, άνεση χώρου, διαθέσιμους υπολογιστές, χώρους για φαγητό και ξεκούραση. Ο αριθμός των ωρών διδασκαλίας είναι περίπου ο μισός από αυτόν που απαιτείται στην Ελλάδα για κάθε μάθημα σύμφωνα με την ισχύουσα ελληνική νομοθεσία (η οποία ίσως πρέπει να αλλάξει), όμως αυτός ο επιπλέον χρόνος που “κερδίζει” ο φοιτητής είναι σχεδόν υποχρεωτικό να αφιερωθεί στην μελέτη και την έρευνα. Αξίζει να αναφερθεί ότι στα περισσότερα μαθήματα οι καθηγητές διατηρούν απουσιολόγιο που απαιτεί περισσότερο απο 70% συμμετοχής στο σύνολο των διαλέξεων και σεμιναρίων. Οι τρόποι αξιολόγησης των μαθημάτων διαφέρουν από αυτούς που ισχύουν στο ΔΕΤ οι οποίοι με τη σειρά τους είναι πολύ πιο κοντά σε αυτούς του UCL παρά σε αυτούς των άλλων τμημάτων του ΟΠΑ ή και γενικά του ελληνικού πανεπιστημίου. Τα τρία από τα τέσσερα μαθήματα που παρακολούθησα εκεί περιελάμβαναν μόνο εργασίες (ατομικές και ομαδικές) και όχι τελική εξέταση, κάτι που στο ΔΕΤ συμβαίνει σε ένα μόνο μάθημα. Οι εργασίες προωθούν περισσότερο την έρευνα σε σχέση με τις αντίστοιχες στο ελληνικό πανεπιστήμιο και το συνηθέστερο περιεχόμενο αυτών είναι αναφορές 3.000 λέξεων που προϋποθέτουν αναζήτηση και ακαδημαϊκό λόγο και τρόπο γραφής. Οι βαθμοί που απονέμονται είναι αυστηρότεροι καθώς οι υπεύθυνοι προσπαθούν να “κανονικοποιούν” τις επιδόσεις των φοιτητών. Αυτό σημαίνει ότι το “άριστα” (>=70%) μπαίνει δυσκολότερα απ’ ότι στην Ελλάδα (>=8.5) αλλά και το να “κοπεί” ένας φοιτητής σε ένα μάθημα (<40%) είναι σχεδόν αδύνατο.
  3. Εθνικότητες και προώθηση του “Student Diversity”: Το UCL είναι ίσως το κατ’ εξοχήν πανεπιστήμιο στον κόσμο που προωθεί την διαφορετικότητα στο σώμα των φοιτητών που προσελκύει. Όντας ένα από τα ιστορικότερα πανεπιστήμια στην Αγγλία, βασικό του μέλημα από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του είναι η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ποικιλία εθνικοτήτων των φοιτητών. Υπήρχαν μαθήματα που παρακολούθησα στα οποία συνολικά το ποσοστό των Βρετανών που ήταν παρόντες στην αίθουσα ήταν 2.5% (2 στους 80) ενώ από τους συνολικά οκτώ καθηγητές και λέκτορες στα μαθήματα αυτά, μόνο ο ένας προερχόταν από την Αγγλία. Αντίθετα στην Ελλάδα το ποσοστό των γηγενών, φοιτητών και ακαδημαϊκών αγγίζει το 100%.
  4. Προώθηση της έρευνας: Στην Ελλάδα της κρίσης, τα κονδύλια που δαπανώνται για την έρευνα είναι από ελάχιστα έως μηδενικά. Το ίδιο και το ενδιαφέρον της συντριπτικής πλειοψηφίας των φοιτητών, για ενασχόληση με κάτι επιπρόσθετο εκτός των μαθημάτων. Αντιθέτως, στην Μεγάλη Βρετανία και γενικότερα στο εξωτερικό, η έρευνα προωθείται με ποικίλλα μέσα ακόμα και στους προπτυχιακούς φοιτητές. Το πανεπιστήμιο δεν φείδεται χρημάτων και εξοπλισμού αρκεί ο φοιτητής να πείσει οτι μπορεί να ανταπεξέλθει στο έργο που θα του ανατεθεί. Όπως ειπώθηκε και προηγουμένως, η έρευνα προωθήται πολύ και εμμέσως, με τους τρόπους αξιολόγησης ουσιαστικά να την καθιστούν ως προαπαιτούμενο επιτυχίας των εργασιών και κατ’ επέκταση των μαθημάτων.
  5. Φοιτητικές Ενώσεις: Το χάσμα σε αυτόν τον τομέα είναι, δυστυχώς για εμάς τους Έλληνες φοιτητές, χαοτικό. Ειδικά για αυτούς που πιστεύουν έντονα στον θεσμό των φοιτητικών ενώσεων, όπως ο υπογράφων, η κατάσταση στην Ελλάδα σε αντιδιαστολή με αυτή στο εξωτερικό προκαλεί θλίψη. Το λεγόμενο UCL Union είναι ενεργητικό και πανταχού παρόν: από την εκπροσώπηση των φοιτητών στην διοίκηση του πανεπιστημίου (διοργανώθηκε καμπάνια “cut the rent” για την μείωση του ενοικίου των φοιτητικών εστιών με πρωτοστάτισσα την ένωση τον καιρό που βρισκόμουν εκεί η οποία μάλιστα είχε ουσιαστικό αποτέλεσμα) μέχρι την λειτουργία εστιατορίων και μπαρ υπό την αιγίδα της, με είσοδο αποκλειστικά στα μέλη του πανεπιστημίου και πολύ χαμηλές τιμές. Επίσης, προσφέρει εθελοντικές ευκαιρίες, εργασιακές θέσεις πλήρους ή μερικής απασχόλησης (δωρεάν αναζήτηση και αίτηση μέσω του website της ένωσης ως φοιτητής UCL) καθώς επίσης οργανώνει εκδρομές σε διάφορα μέρη είτε εντός Μεγάλης Βρετανίας είτε εκτός. Η απάντηση της Ελλάδας σε όλα αυτά είναι το ξύλο και οι βρισιές σε κάθε γενική συνέλευση, οι καταλήψεις σχολών και η απώλεια διδακτικών ωρών, η καταστροφή του εξοπλισμού, οι νοθευμένες ψηφοφορίες, οι μηδαμινές προτάσεις, οι χρηματοδοτήσεις από τα κόμματα της διαφθοράς και οι “επισκέψεις” από τα μέλη των παρατάξεων στους πρωτοετείς φοιτητές “για να τους βοηθήσουν στα πρώτα τους βήματα”. Ουδέν σχόλιον…
Ομοιότητες
  1. Επίπεδο μαθημάτων: Εκ των τεσσάρων μαθημάτων που παρακολούθησα στο UCL, κανένα δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε σε βαθμό που να επιθυμώ έντονα, για παράδειγμα, να συνεχίσω το πρόγραμμα σπουδών μου εκεί. Οι εργασίες αποτελούν κύρια μορφή αξιολόγησης και “αναγκάζουν” τον φοιτητή να είναι σε εγρήγορση σε όλη τη διάρκεια του εξαμήνου και όχι μόνο στην διάρκεια της εξεταστικής. Αυτό στην Ελλάδα δεν είναι ο κανόνας, το ΔΕΤ όμως είναι η εξαίρεση και ταυτίζεται με την κατάσταση που επικρατεί στο εξωτερικό. Η δυσκολία των μαθημάτων είναι παραπλήσια, ανεξάρτητα από την διαφορά στο βαθμολογικό σύστημα που αναφέρθηκε προηγουμένως.
  2. Πρόγραμμα σπουδών: Το τμήμα ΔΕΤ μπορεί να είναι το μοναδικό στο είδος του στην Ελλάδα, δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και στο εξωτερικό. Το τμήμα Information Management for Business που προσφέρεται τόσο σε προπτυχιακό όσο και σε μεταπτυχιακό επίπεδο, είναι παρόμοιου πεδίου με το ΔΕΤ και με πολλά μαθήματα να είναι σχεδόν ταυτόσημα. Μπορεί για το πρόγραμμα Erasmus οι φοιτητές του ΔΕΤ να γινόμαστε δεκτοί στο “School of Management” το οποίο δεν περιλαμβάνει τα πληροφοριακά μαθήματα οπότε να μην πήρα καμία γεύση από το επίπεδο αυτών, πάντως τα μαθήματα business ήταν παρόμοια με αυτά που έχω παρακολουθήσει και αυτά που θα παρακολουθούσα στο ΟΠΑ.
  3. Σχέσεις με καθηγητές: Η μεγάλη πλειονότητα των καθηγητών και μελών ΔΕΠ που έχω συναναστραφεί και στα δύο πανεπιστήμια απέχει κατά πολύ από το γνωστό ελληνικό φαινόμενο σύμφωνα με το οποίο η μόνη επαφή που έχει ο φοιτητής με τον καθηγητή του είναι η διάλεξη μαζί με άλλα 150 άτομα. Είναι πολύ δεκτικοί στην δημιουργία μιας στενότερης σχέσης με τους φοιτητές που θα το επιδιώξουν και γενικά δεν θα εκμεταλλευτούν τον ρόλο τους ως πηγή εξουσίας. Είναι πολύ σημαντικό ο φοιτητής να νιώθει ότι η ακαδημαϊκή εκπαίδευση δεν είναι μια απρόσωπη διαδικασία αλλά μια προσωπική και αλληλοβοηθητική προσπάθεια ώστε να επιτευχθεί ο κοινός στόχος. Είμαι τυχερός που στην πλειονότητα των αιθουσών που έχω βρεθεί, είτε στο ΟΠΑ είτε στο UCL, δεν βρήκα κλειστές πόρτες σε προσπάθειες επικοινωνίας μου με τους καθηγητές.
Θεώρηση ως προς την Παιδεία: από την δημόσια και δωρεάν παιδεία στην καθαρά εμπορευματοποιημένη ανώτατη μάθηση.
Οι αντίστοιχες “πανελλήνιες εξετάσεις” των Βρετανών πρέπει να είναι λίγο δυσκολότερες από το να λάβει ένας Έλληνας μαθητής βαθμό πάνω από 18 στο απολυτήριο λυκείου. Γι’ αυτό και οι περισσότεροι απόφοιτοι των σχολείων εκεί, ακόμα και με καλούς βαθμούς, δεν γίνονται δεκτοί στα πολύ καλά πανεπιστήμια όπως είναι το UCL. Επίσης, ανεξάρτητα από το αν πέτυχαν στις εξετάσεις τους, είναι αναγκασμένοι να πληρώσουν τα δίδακτρα που πληρώνουν (ή πλήρωναν;) οι Ευρωπαίοι φοιτητές, δηλαδή γύρω στις 9-10.000 λίρες τον χρόνο. Προβλέπεται κρατική δανειοδότηση με την προοπτική να επιστραφεί όταν ο φοιτητής βρει δουλειά και έχει εισόδημα μεγαλύτερο ενός συγκεκριμένου επιπέδου. Για τους λεγόμενους “overseas” φοιτητές, αυτούς δηλαδή που προέρχονται από χώρες εκτός E.E., τα δίδακτρα είναι τριπλάσια. Παρ’ όλα αυτά, οι Ασιάτες και οι Ινδοί τείνουν να γίνουν πλειοψηφία και υπάρχουν ορισμένες φήμες ότι κάποια πανεπιστήμια προτιμούν τους μη Ευρωπαίους λόγω χρημάτων, ακόμα και αν το επίπεδό τους ως φοιτητές είναι χαμηλότερο από αυτό των Ευρωπαίων. Όλα αυτά φυσικά αναμένεται να επανεξεταστούν και να αλλάξουν μετά το αποτέλεσμα του πρόσφατου δημοψηφίσματος στην Μεγάλη Βρετανία. Φυσικά στην Ελλάδα, σε προπτυχιακό επίπεδο τα πάντα είναι δημόσια. Μια νομοθεσία που θα επέτρεπε την παροχή ιδιωτικών bachelor προγραμμάτων ίσως να έφερνε κάποιες αλλαγές όπως η μείωση της συνεχούς φυγής Ελλήνων φοιτητών προς το εξωτερικό (brain drain decline, αν το επίπεδό των προγραμμάτων είναι υψηλό) και η οικονομική οφέλεια που μπορεί να προκύψει από την εκπαίδευση με την προσέλκυση και ξένων φοιτητών κάτι που στη χώρα μας, δυστυχώς, δεν έχει αναπτυχθεί καθόλου.
Πώς θα έρθουμε πιο κοντά;
Συνοπτικά και με βάση τα παραπάνω θα μπορούσαν να γίνουν κάποιες προτάσεις για ενέργειες και δράσεις που ακόμα και στην Ελλάδα της κρίσης μπορούν να δημιουργήσουν πρόσφορο έδαφος προκειμένου το επίπεδο της ανώτατης εκπαίδευσης να ανέβει:
  • Ενθάρρυνση του φοιτητή για συχνή παρουσία στις αίθουσες (οι εργασίες βοηθούν πολύ σε αυτή την κατεύθυνση αλλά δεν αρκούν).
  • Σύνδεση του πανεπιστημίου με την αγορά εργασίας με αξιοποίηση της εικόνας που σχηματίζει η αγορά για τη δουλειά που γίνεται σε αυτό μέσω των αποφοίτων (υπάρχουν εταιρείες στην Αγγλία που “ψωνίζουν” αποκλειστικά από UCL καθώς ξέρουν πολύ καλά ότι παίρνουν αυτό ακριβώς που χρειάζονται).
  • Τονισμός της αξίας της έρευνας και κίνητρα στους φοιτητές για να ασχοληθούν με αυτή. Ίσως απαιτείται να διδαχθούν οι βασικές αρχές για το πώς γίνεται η σωστή έρευνα.
  • Ίδρυση ενός ενιαίου φορέα που θα αντιπροσωπεύει τους φοιτητές του κάθε πανεπιστημίου (“ΟΠΑ Union”), με τακτικές εκλογές και δημοκρατικές διαδικασίες αλλά μακριά από κάθε κομματική στέγη και τσέπη.
  • Νομοθεσία που προάγει και διευκολύνει την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων, αρκεί να είναι υψηλού επιπέδου και να μην είναι “η εύκολη λύση” για εκείνους που απέτυχαν στις εισαγωγικές εξετάσεις. Η Ελλάδα έχει ανάγκη από εγκαταστάσεις και χρηματοδότηση στα πανεπιστήμια για την εύρυθμη λειτουργία τους αλλά και για την ανάπτυξη των ερευνητικών προγραμμάτων. Ένα ιδιωτικό πανεπιστήμιο δίνει λύσεις και καλύπτει μεγάλο μέρος αυτών των αναγκών.
  • Απαλλαγή από μαθήματα-φαντάσματα (π.χ. υπάρχει μάθημα στο ΟΠΑ στο οποίο η πρώτη φορά που έρχεται κανείς σε επαφή μαζί του είναι στην τελική εξέταση και ο πιθανότερος βαθμός που λαμβάνει είναι 10 ανεξάρτητα από το αν έχει διαβάσει και πόσο).

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

Πέντε τρόποι για να ενισχύσουμε τα ελληνικά πανεπιστήμια

Υπάρχει ένα δικαιολογημένο δέος για τα πανεπιστήμια του εξωτερικού και ειδικότερα της Αγγλίας. Σύμφωνα με τον ΔΟΑΤΑΠ, τα αγγλικά πανεπιστήμια είναι πρώτα στην προτίμηση των Ελλήνων φοιτητών. Ιδρύματα όπως University of Cambridge, University of Oxford, University College London και Imperial College London έχουν μέσα σε μια πορεία αιώνων απασχολήσει άτομα τα οποία χάραξαν την πορεία την ανθρωπότητας, κερδίζοντας δεκάδες βραβεία Nobel, διοικώντας έθνη και συμβάλλοντας σε κάθε επιστήμη.

Σπουδάζοντας με πρόγραμμα ανταλλαγής φοιτητών σε ένα από αυτά, κατάλαβα πως τα δικά μας, νεότερα σε ηλικία, ελληνικά πανεπιστήμια, αν και βρίσκονται εκατοντάδες θέσεις παρακάτω σε παγκόσμιες κατατάξεις, στην ουσία τους πλέον δεν έχουν πολλά να ζηλέψουν. Η ευκολία που παρουσιάζει σήμερα η ανταλλαγή της γνώσης, δεν εμποδίζει νεότερα πανεπιστήμια να παρέχουν το ίδιο επίπεδο σπουδών με αυτά που την συσσώρευαν για αιώνες.

Είχα την ευκαιρία σαν φοιτητής του τμήματος Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας (ΔΕΤ) του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΟΠΑ) να συμμετέχω σε μία ανταλλαγή φοιτητών Erasmus+ για να σπουδάσω για έναν χρόνο στο School of Management του University College London (UCL). Αρχικά, θεωρούσα πως πρόκειται να αντιμετωπίσω έναν τελείως διαφορετικό ακαδημαϊκό κόσμο και ένα πολύ υψηλό επίπεδο μαθημάτων που θα κάνουν την συμμετοχή μου εξαιρετικά δύσκολη.

Παρά όλα αυτά, σύντομα αντιλήφθηκα πως δεν διαφέρουμε πολύ. Εχουμε εξίσου ταλαντούχους καθηγητές με πλούσιο ερευνητικό έργο οι οποίοι μάλιστα βρίσκονται πολύ πιο κοντά στον φοιτητή. Οπως κατάλαβα σε μια συζήτηση με κοσμήτορα του UCL, σε μια προσπάθεια να ελέγξουν τα πλέον 1000 εκπαιδευτικά προγράμματά τους, θεσπίζουν αυστηρούς κανόνες για την διδασκαλία και την βαθμολογία που απομακρύνουν σημαντικά τον καθηγητή από τον φοιτητή. Ακόμη, αν και οι χώροι του ΟΠΑ είναι σημαντικά μικρότεροι του UCL, είναι, σε πολλές περιπτώσεις, καλύτερα εξοπλισμένοι. Για παράδειγμα τα αντίστοιχα εργαστήρια υπολογιστών του ΔΕΤ είναι πολύ πιο σύγχρονα του UCL. Τα μαθήματα είναι εξίσου περιεκτικά, τόσο με θεωρία όσο και πρακτικές εφαρμογές.

Οταν ένα ελληνικό πανεπιστήμιο μπορεί να συγκριθεί με ένα κορυφαίο στον κόσμο στους βασικούς του άξονες: ποιότητα καθηγητών, μαθημάτων και υποδομών, υπάρχουν κάποιοι άλλοι παράγοντες που το εμποδίζουν να αναρριχηθεί και αυτό στις παγκόσμιες και ευρωπαϊκές κατατάξεις.

Πρώτον, το UCL, όπως πολλά πανεπιστήμια του εξωτερικού καταφέρνουν να εκμεταλλευτούν στο έπακρο την σύνδεση των καθηγητών και των φοιτητών με την έρευνα. Κάθε μάθημα αποτελείται από μόνο δύο ώρες διάλεξη και μία εργαστήριο, ώστε να δίνει χρόνο στους καθηγητές να ασχολούνται περισσότερο με την έρευνα. Οι φοιτητές υποχρεούνται να διαβάσουν την θεωρία του μαθήματος από βιβλία και επιστημονικά άρθρα, πριν από το μάθημα, ώστε να συζητηθούν μόνο ειδικά θέματα στην διάλεξη. Επίσης, παρακινούνται με διάφορα ακαδημαϊκά κίνητρα και χρηματική υποστήριξη να αναπτύξουν από μόνοι τους ερευνητικό έργο. Συνολικά το ερευνητικό προϊόν του πανεπιστημίου πολλαπλασιάζεται και προσελκύει οικονομικούς πόρους που εξασφαλίζουν την ανάπτυξη του ιδρύματος.

Δεύτερον το πανεπιστήμιο συνεργάζεται στενά με επιχειρήσεις, μια πρακτική την οποία  καταδικάζουμε για πολλούς λόγους στην Ελλάδα, χωρίς να αναγνωρίζουμε πόσο αναγκαία είναι πλέον. Ιδανικό παράδειγμα αποτελεί το περίπτερο της J.P. Morgan στο προαύλιο του πανεπιστημίου, στο οποίο στελέχη του οργανισμού πρόσφεραν χυμούς και συμβουλές για τα βιογραφικά μας. Ακόμη, πολλές φορές οι εργασίες στα μαθήματα αφορούν πραγματικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν πραγματικές επιχειρήσεις (μια πρακτική που εφαρμόζεται όλο και περισσότερο στο ΔΕΤ). Οι φοιτητές έτσι ετοιμάζονται κατευθείαν για την αγορά εργασίας την οποία θα αντικρίσουν έχοντας πάρει το πτυχίο τους.

"Οταν ένα ελληνικό πανεπιστήμιο μπορεί να συγκριθεί με ένα κορυφαίο στον κόσμο στους βασικούς του άξονες: ποιότητα καθηγητών, μαθημάτων και υποδομών, υπάρχουν κάποιοι άλλοι παράγοντες που το εμποδίζουν να αναρριχηθεί και αυτό στις παγκόσμιες και ευρωπαϊκές κατατάξεις."

Τρίτον, ενώ το UCL εκπροσωπείται από φοιτητικές περισσότερες από 250 οργανώσεις, αυτές δεν είναι συνδεδεμένες με την πολιτική αλλά με το πραγματικό συμφέρον των φοιτητών και του πανεπιστημίου. Κάθε χρόνο εκλέγεται το διοικητικό συμβούλιου της Ένωσης UCL από τους φοιτητές, η οποία ελέγχει πληθώρα φοιτητικών οργανώσεων και υπηρεσιών. Οι οργανώσεις αυτές περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων οργανώσεις επιχειρηματικότητας, τεχνολογίας και αθλημάτων, οι οποίες δρουν ανεξάρτητα, με δική τους διοίκηση, δραστηριότητες και χρηματοδότηση από συνδρομές μελών και εισιτήρια εκδηλώσεων. Ενδεικτικές δραστηριότητες αποτελούν επενδυτικά funds κοινοτήτων ελεγχόμενα από φοιτητές, διαγωνισμοί για start-ups, ομιλίες πολιτικών, στελεχών και επιστημόνων. Ετσι οι φοιτητές συμμετέχουν σε δραστηριότητες που οργανωμένες από αυτούς που ωφελούν το σύνολο του πανεπιστημίου.

Τέταρτον, το ποσοστό επιτυχίας στα μαθήματα είναι σχεδόν 100%. Από τη μια πλευρά οι φοιτητές αντιμετωπίζουν σημαντικές κυρώσεις σε περίπτωση που δεν είναι συνεπείς στης ακαδημαϊκές τους υποχρεώσεις. Από την άλλη πλευρά, το ενιαίο σύστημα βαθμολόγησης για όλα τα μαθήματα, όπως δεν αφήνει εξετάσεις να υπερβαμθολογούνται δεν τις αφήνει και να υποβαθμολογούνται.

Πέμπτον, το UCL αν και λαμβάνει κρατική επιχορήγηση για ερευνητικά προγράμματα, βασίζεται στις δικές του πηγές για να καταφέρει να κρατήσει ένα τόσο υψηλό επίπεδο σπουδών και έρευνας. Πρέπει να είμαστε υπερήφανοι σαν χώρα που κρατάμε τα πανεπιστήμια δωρεάν για όλους. Όταν όμως αυτά υποχρηματοδοτούνται λόγω της οικονομικής δυσχέρειας της Ελλάδας, οφείλουν να αναζητούν τρόπους χρηματοδότησης, χωρίς φυσικά να θίγεται το δικαίωμα της δωρεάν παιδείας. Ο ένας τρόπος, είναι η εντατικοποίηση της έρευνας και η οικονομική αξιοποίηση των αποτελεσμάτων. Ο δεύτερος τρόπος, ο οποίος ακολουθείται και από το ΟΠΑ, είναι η διεκπεραίωση διεθνών μεταπτυχιακών προγραμμάτων με δίδακτρα τα οποία υποστηρίζουν την υλοποίηση τους και μετέπειτα το υπόλοιπο πανεπιστήμιο.

Οι παραπάνω πρακτικές μπορούν να εξασφαλίσουν σημαντικούς πόρους για τα πανεπιστήμια όταν αυτά υποχρηματοδοτούνται από το κράτος, πλεονεκτική θέση για τους φοιτητές όταν αυτοί θα αντιμετωπίσουν την αγορά εργασίας, την ομαλή λειτουργία και ανάπτυξη του πανεπιστημίου.

Είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε την τεράστια αξία πολλών εκ των ελληνικών ιδρυμάτων χωρίς να ξεχνάμε πως οφείλουμε και μπορούμε με πολλούς τρόπους να τα αναπτύξουμε.

Το πρωτότυπο άρθρο έχει δημοσιευθεί στο Protagon.gr .